More About Eleftheria...



Enter your email address:

Latest Video-clip

Τρεις γυναίκες, μία νύχτα στο Ρεξ

Έρχεται κάποια στιγμή που υποκλίνεσαι στο προφανές. Και έρχεσαι στα ίσα σου.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟ

To βράδυ της Κυριακής, που όλα λουφάζουν και ανιούν, πήγα να δω στο Ρεξ την Ελευθερία με τη Γαλάνη. Μ' έψησε και το γεγονός ότι θα καθόμουν στο ίδιο τραπέζι με τη Χαρούλα Αλεξίου, την οποία βαθμηδόν έχω εκτιμήσει βαθειά και για τη φωνή της και για την άπλα του χαρακτήρα της.

Λέω βαθμηδόν, γιατί επί πολύ καιρό σνόμπαρα το μαζικό ποιοτικό τραγούδι που κάνουν αυτές οι γυναίκες. Στους Talking Heads, τον Bob Dylan, τον Σαββόπουλο και τον Χατζιδάκι έβρισκα και τη συγκίνηση και τη στυλιστική ανωτερότητα που χρειαζόμουν, ως σωστό θύμα της ποζάτης γενιάς μου (διαβάστε την άψογη δήλωση της Τσανακλίδου στο Verbatim αυτού του τεύχους). Αλλά τα χρόνια περνούν. Κι αργά το βράδυ στο YouTube έπιασα πολλές φορές τον εαυτό μου να βλέπει με δέος τη Μοσχολιού να τραγουδά. Και τα ακόρντα του Ζαμπέτα (σαν κλάμα) να λύνουν τoν κόμπο των σπλάχνων, όσο τίποτε άλλο.

Εν πάση περιπτώσει, πήγα. Κόσμος πολύς, ασφυκτικός. Στο βάθος μια γυναίκα στα 60 με big hair και μαύρα γυαλιά όλη νύχτα, βλοσυρή, ζευγάρια που έγερναν τα κεφάλια όταν η μουσική γινόταν μπλε, μερικοί άνθρωποι του φαίνεσθαι και των media (πάντα πιο εκδηλωτικοί από τους άλλους), oι ζωγραφιές του Τσαρούχη στο ταβάνι («Τόσα ωραία αγόρια και να μην πέφτει κανένα πάνω μας!» είπε κάποια στην παρέα), η Χαρούλα απλή, ανάμεσα σε φίλους, ντυμένη ανεπιτήδευτα με ένα παλιομοδίτικο ζιπουνάκι και μπλε παντελόνι καθημερινό. Ήπια για να επιταχύνω τη βραδιά.

Κι έπειτα βγήκαν οι δυο τραγουδίστριες. Δυο θηρία, δυο σαμάνοι. Με απόλυτο έλεγχο της φωνής και της τέχνης τους - με απόλυτη ενσυναίσθηση της στιγμής: Καθοδηγούσαν τον κόσμο στο τελικό γλέντι με ακρίβεια χειρουργού. Της Γαλάνη η φωνή, ακόμα και μέσα από αυτά τα ηχοσυστήματα που αποχυμώνουν κάθε ιδιοσυγκρασία, είναι σαν να τη φέρνει ο αγέρας. Έχει αλλάξει πολύ από εκείνη την πρώτη φορά που τραγούδησε στη βάρκα του «Όμορφες Μέρες» το «Μη Μου Μιλάς γι' Αγάπη», αλλά έχει την ίδια αέρινη ποιότητα. Παλιά, ήταν σαν αέρας ανάμεσα στα πεύκα, τώρα η φωνή της έρχεται από τη θάλασσα, τον βαθύ πόντο. Η φωνή της Ελευθερίας συχνά θυμίζει μέταλλο, αλλά περισσότερο μοιάζει με το υψίσυχνο static που βομβίζει τις καλοκαιρινές νύχτες στη φύση, όταν όλα γύρω μας είναι ήσυχα - κάτι διαπεραστικό και επίμονο που τελικά γίνεται γλυκό σαν νάρκη.

Τραγουδούσαν κι έπινα. Τα τραγούδια που είναι πολλά και παρηγορητικά και τελικά ισοδύναμα με τις χιλιάδες ξωκλήσια των Ελλήνων. Τσιτσάνης, Ζαμπέτας, Άκης Πάνου, Λοΐζος... Η αίθουσα είχε γίνει ζελές. Κι όταν άρχισαν τα μπουζούκια, τα ήσυχα ζευγαράκια έβγαλαν τα γνωστά ελληνικά κέρατα - καπνοί απ' τα αυτιά. Το αιώνιο παράπονο, ο καημός, ο σεβντάς, το φόρτωμα, το γαμώτο - μα προπαντός το Νυν Απολύεις τον Δούλον Σου Δέσποτα. Είναι να απορείς, πώς στο 2008, μετά από τόση ΕΟΚ, ίντερνετ και Καγιέν, ο σκληρός πυρήνας των Ελλήνων είναι ένα ασιατικό παράπονο, ένας «δρόμος» που εκβάλλει στα χαριτωμένα νερά της Ιωνίας. Μη το ψάχνεις - αυτό είναι. Όσο πιο γρήγορα παραδοθείς, τόσο πιο γρήγορα θα γλεντήσεις με αποτελεσματικότητα.

Η κορύφωση ήρθε όταν ανέβηκε η Χαρούλα να πει δυο τραγούδια. Ουσιαστικά την εξανάγκασαν οι φωνές του πλήθους. Δεν είχε προετοιμαστεί, είχε πιει και λίγο, δεν ήταν απλώς απλή, ήταν απτή σαν μέλος της οικογένειάς μας. Διότι αυτές οι τραγουδίστριες είναι οι μόνες που ενώνουν τους Έλληνες (ούτε πολιτικοί πια ούτε διανοούμενοι) και στους καπνούς, έστω, δημιουργούν την αίσθηση μιας πανελλήνιας κοινότητας. Διά βοής απαιτήθηκε να πει το «Όλα Σε Θυμίζουν» και μετά τον «Φαντάρο», για το γιο της που παρουσιάστηκε στην Τρίπολη. Η φωνή της, χώμα, μέλι και βελούδο, με συγκινεί βαθύτατα και με χτυπάει στο χαμένο κέντρο μου! Όπως η Μοσχολιού. Κι όπως η πιο ασταθής, αλλά μεγαλειώδης και πολύ αδικημένη Ρένα Κουμιώτη. Τις έβλεπα και τις τρεις μπροστά μου να καλαμπουρίζουν - αναρωτιέμαι αν υπάρχει άλλο κράτος στον κόσμο που να έχει τόσες μεγάλες τραγουδίστριες αυτού του ύφους. Είναι ένα ύφος που σύντομα θα εκλείψει αν δεν μεταλλαχθεί προς την ήπια ποπ που αποπειράται η Πρωτοψάλτη ή την ευγενή electronica που έχουν προσπαθήσει η Γαλάνη και η Τσανακλίδου. Ως τώρα τα αποτελέσματα είναι μεικτά, και χώρο κερδίζει διαρκώς η αντενοποίηση των πάντων. Ούτως ή άλλως, τέτοιες «θερμές» και μεγαλειώδεις τραγουδίστριες αποκλείεται να ξαναϋπάρξουν, αφού το σύστημα που γεννά τους νέους σταρ χρειάζεται μηχανές, όχι θερμότητα, ούτε προσωπικότητες.

Έστω κι αργά, είδα κι εγώ τη σπουδαιότητα αυτών των γυναικών, που πέρασαν διά πυρός και σιδήρου για να διαφυλάξουν, όπως μπορούσε η καθεμιά, το ίχνος μιας ακέραιας καλλιτεχνικής ωραιότητας - κάτι από την «παλιά ηδονική συγκίνηση». Συμβαίνει, όταν κάθεται για πολύ καιρό στα πέριξ ένας σπουδαίος άνθρωπος, να τον συνηθίζουμε, να τον αμφισβητούμε και να τον γλωσσοτρώμε (εν είδει φτηνής Θεοφαγίας). Οι άνθρωποι χρειάζονται απόσταση για να διακρίνουν τους μύθους - είναι ένα είδος πρεσβυωπίας που την ενέτειναν τα media. Όμως παραξεχαστήκαμε. Και θέλω, όσο είναι καιρός, να πω αυτά που έχω να πω: Αυτές οι γυναίκες είναι ένα από τα πιο πολύτιμα πράγματα της Ελληνικής Κατάστασης. Δεν έχουν σημασία οι περιστασιακές συμβάσεις που χάριν δουλειάς ή καριέρας κάνουν. Στο φινάλε τους είναι εξαιρετικές. Συχνότατα, μαγικές. Και ο τρόπος που ζουν και έζησαν έχει αξιοπρέπεια και θάρρος. Υποκλίνομαι στο προφανές που αντέχει, όταν εκατοντάδες χαζές πρωτοπορίες σκάνε και σβήνουν γύρω τους, δίχως να αφήνουν ίχνη. Κομφορμισμός; Ίσως. Αλλά και απλή άλγεβρα.

Βγήκαμε από το Ρεξ κι ήταν κοντά τρεις. Προσπαθήσαμε να επιτείνουμε τη νύχτα σε μπαράκια που δεν θες να ξέρεις. Άλλες φωνές, άλλοι πλανήτες: Σακελλαρίου, Βάνου, Μπέλλου. Γίναμε λιώμα - το ελληνικό λιώμα, που είναι μαζί κατάθλιψη και θρίαμβος. Το χάραμα είχαμε συνθηκολογήσει (επιτέλους) με όλους και όλα.

Κυρίες μου, ευχαριστώ.

[LIFO]