More About Eleftheria...



Enter your email address:

Latest Video-clip

Ενας δίσκος που «δεν βιάζεται»

Της Γιωτας Συκκα

Ηδη η εισαγωγή, ένα ορχηστρικό κομμάτι με ένα από τα θέματα των τραγουδιών σε εισάγει μαλακά στο τοπίο του δίσκου. Σαν να σε προειδοποιεί ότι εδώ, έχεις μια άλλη μουσική ατμόσφαιρα που διαφέρει από αυτές της αγοράς. Αμα σκεφτεί κανείς ότι τα τραγούδια της τελευταίας δουλειάς του Νίκου Ξυδάκη με την Ελευθερία Αρβανιτάκη «Γρήγορα η ώρα πέρασε» ξεκίνησαν πριν από δέκα -ίσως και περισσότερα χρόνια-, ότι παρουσιάστηκαν, δοκιμάστηκαν αβίαστα, καταλαβαίνεις ότι έτσι κι αλλιώς η λογική αυτής της έκδοσης είναι εντελώς διαφορετική.

Υστερα είναι το περιεχόμενο. Ποίηση της Σαπφούς σε απόδοση του Οδυσσέα Ελύτη, τρία ποιήματα του Διονύση Καψάλη, ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη και ένα χορικό του Ευριπίδη σε μετάφραση του Κ.Χ. Μύρη που γράφτηκε για την Ιφιγένεια εν Αυλίδι που ανέβασε το 1993 το θέατρο «Στοά». Σπαράγματα ποίησης της Σαπφούς ηχούν πειστικά, με δύναμη στην εποχή μας, με συναίσθημα ερωτικό και υπαρξιακό. Ενας δίσκος που δίνει τον τόνο της ενορχήστρωσης (εξαιρετική η δουλειά του Βασίλη Κετεντζόγλου) με έμφαση στα έγχορδα, που σέβεται τις σιωπές και τις παύσεις, μια ξεχασμένη τέχνη στο τραγούδι.

Ολα υπάρχουν εδώ: ένα μοιρολόι για τον «Αδωνι» όπου η δραματικότητα αυξάνει με το ρίγος των εγχόρδων και την ένταση του κοντραμπάσου, μία από τις πιο γλυκές ερωτικές εμπειρίες όπως αποτυπώνεται στο «Οσ’ άστρα γύρω βρίσκονται», ένα τραγούδι που έχει κάτι από τον ιδανικό ερωτισμό του Μεγάλου Ερωτικού του Χατζιδάκι. Μέσα από την ποίηση της Σαπφούς στο «Να ’χα πεθάνει», ο Ξυδάκης κάνει μια υπόμνηση του δημοτικού τραγουδιού, παίζει με την κλασική μελωδική τζαζ, όπως συμβαίνει στον «Ηριδανό» του Δ. Καψάλη, κλείνει το μάτι στις αντιθέσεις της ζωής με το «Τελευταίο ταξίδι». Ενα τραγούδι που θα μπορούσε να ερμηνεύει ο Γιάννης Βογιατζής ή η Ρένα Βλαχοπούλου σε μια παλιά ασπρόμαυρη ελληνική ταινία κι όμως είναι σε ποίηση Καρυωτάκη.

Είναι ένας δίσκος από τον οποίο θα μπορούσαν να διδαχτούν συνθέτες και στιχουργοί, όλοι αυτοί που κομπάζουν για το τίποτα, τα τραγούδια μιας σεζόν. Ενός συνθέτη και μιας ερμηνεύτριας που σέβονται ο ένας τον άλλον, κάτι που αποδεικνύεται με τον ωραιότερο τρόπο στην μπαλάντα «Τι θέλω τι». Από μια τραγουδίστρια πρώτης γραμμής, η οποία αφού φλέρταρε με τη λεγόμενη έθνικ, δοκίμασε τη μεγάλη πίστα και ύστερα την ποπ, προσπαθώντας με αξιοπρεπή τρόπο να κερδίσει τον κόσμο, επιστρέφει στον πιο ουσιαστικό τρόπο που μπορεί να διαλέξει ένας ερμηνευτής και ένας συνθέτης γα να κάνουν τη δουλειά τους.

Είναι ένας δίσκος με χαρακτήρα, δικό του ύφος και ήθος, με αρχή μέση και τέλος, όπως είχαν τα σημαντικότερα άλμπουμ στην ελληνική δισκογραφία. Οπου πάνω απ’ όλα κυριαρχεί το κουκούτσι της δουλειάς ενός συνθέτη και δροσίζουν οι χυμοί μιας τραγουδίστριας. Είναι φανερό ότι δεν είναι δίσκος μιας σεζόν. Δεν είναι δίσκος που βιάζεται.



ΑΠΟ: http://www.kathimerini.gr/